αλλήθωρος

(προωθήθηκε από αλλήθωρο)
Μεταφράσεις

αλλήθωρος

(a'liθoros) αρσενικό

αλλήθωρη

(a'liθori) θηλυκό

αλλήθωρο

bigle, bigleux (a'liθoro) ουδέτερο
επίθετο
που πάσχει από στραβισμό
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close