| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.887.905.995 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
αλλαγή |
0,02 sec. |
|
|
αλλαγή change, switch changement تغيير změna forandring Änderung cambio muutos promjena cambiamento 変化 변화 verandering endring zmiana mudança, alterar изменение förändring การเปลี่ยนแปลง değişiklik thay đổi 变化, 更改 更改 שינוי
ουσ θ αλλαγή [ala'ʝi] 1 μεταβολή, μετατροπή changement; modification αλλαγή συμπεριφοράς un changement de comportement αλλαγή κυβέρνησης un changement de gouvernement η αλλαγή του καιρού le changement du temps ριζική αλλαγή σχεδίων une modification radicale des plans αλλαγή προς το καλύτεροχειρότερο un changement en mieux/en mal 2 αντικατάσταση changementremplacement αλλαγή αυτοκινήτου changement de voiture αλλαγή παίκτη changement/remplacement d'un joueur αλλαγή φρουράς changement de garde Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|