αλλεργία

Μεταφράσεις

αλλεργία

alergieAllergieallergyalergiaherkistymä, allergiaallergieallergiaofnæmiallergiaアレルギーallergiealergiaаллергияalerjiحَسَّاسِيَّةallergialergija알레르기allergiuczulenieallergiอาการแพ้sự dị ứng过敏症, 过敏Алергия過敏אלרגיה (aler'ʝia)
ουσιαστικό θηλυκό
αντίδραση του οργανισμού σε κπ ουσία
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close