| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.618.177 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αλλεργικός |
0,03 sec. |
|
αλλεργικός allergic allergique аллергический مثير للحساسية alergický allergisk allergisch alérgico allerginen alergičan allergico アレルギーの 알레르기의 allergisch allergisk uczuleniowy alérgico allergisk แพ้ alerjik dị ứng 过敏的 επίθ α / θ / ουδ αλλεργικός, αλλεργική, αλλεργικό [alerʝi'kos, alerʝi'ci, alerʝi'ko] 1 σχετικός με την αλλεργία allergiqued'allergie αλλεργική αντίδραση une réaction allergique έχω αλλεργικό συνάχι avoir un rhume des foins 2 που πάσχει από αλλεργία allergique Είμαι αλλεργικός στους ξηρούς καρπούς. Je suis allergique aux fruits à coque/aux fruits secs. 3 που απεχθάνεται κτ allergique είμαι αλλεργικός στους θορύβους être allergique au bruit Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|