Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.772.618.177 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

αλλεργικός

0,03 sec.
αλλεργικός allergic allergique аллергический مثير للحساسية alergický allergisk allergisch alérgico allerginen alergičan allergico アレルギーの 알레르기의 allergisch allergisk uczuleniowy alérgico allergisk แพ้ alerjik dị ứng 过敏的
επίθ α / θ / ουδ αλλεργικός, αλλεργική, αλλεργικό [alerʝi'kos, alerʝi'ci, alerʝi'ko]
1 σχετικός με την αλλεργία allergiqued'allergie
αλλεργική αντίδραση une réaction allergique
αλλεργικό σύμπτωμα un symptôme d'allergie
έχω αλλεργικό συνάχι avoir un rhume des foins
2 που πάσχει από αλλεργία allergique
Είμαι αλλεργικός στους ξηρούς καρπούς. Je suis allergique aux fruits à coque/aux fruits secs.
3 που απεχθάνεται κτ allergique
είμαι αλλεργικός στους θορύβους être allergique au bruit


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.