| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.615.017 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αλληθωρίζω |
0,04 sec. |
|
αλληθωρίζω squint loucher ينظر بعينين نصف مغمضتين šilhat kigge med sammenknebne øjne schielen bizquear karsastaa žmirkati strizzare gli occhi 斜視である 눈을 가늘게 뜨고 보다 scheel kijken skjele zmrużyć oczy olhar com os olhos meio fechados, ter os olhos tortos косить (глазами) kisa ตาเหล่ şaşı bakmak bị lác mắt 斜视 ρ αμετβ αλληθωρίζω [aliθo'rizo] πάσχω από στραβισμό loucher Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|