αλληθωρίζω

Μεταφράσεις

αλληθωρίζω

squintloucherيَنْظُرُ بِعَيْنَيْـنِ نِصْفَ مُغْمَضَتَيْـنِmžouratkigge med sammenknebne øjneschielenbizquear, entrecerrar los ojoskarsastaažmirkatistrizzare gli occhi斜視である눈을 가늘게 뜨고 보다turenskjelezmrużyć oczyolhar com os olhos meio fechadosкосить (глазами)kisaชำเลืองมองşaşı bakmakbị lác mắt眯着眼看 (aliθo'rizo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
πάσχω από στραβισμό
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close