αλλιώτικος

Μεταφράσεις

αλλιώτικος

(a'ʎotikos) αρσενικό

αλλιώτικη

(a'ʎotici) θηλυκό

αλλιώτικο

(a'ʎotiko) ουδέτερο
επίθετο
1. διαφορετικός Είναι αλλιώτικος από τους άλλους. Είναι τελείως διαφορετικός.
2. περίεργος Έχει αλλιώτικες ιδέες.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close