| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.674.622 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αλλοιώνομαι |
0,03 sec. |
|
αλλοιώνομαι ρ μεσοπαθ αλλοιώνομαι [ali'onome] 1 αλλάζω chamboulerbouleverser 2 χαλάω userabîmer Τα προϊόντα αλλοιώθηκαν από τη ζέστη. Les produits se sont détériorés à cause de la chaleur. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|