| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.457.437 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αλουμινόχαρτο |
0,02 sec. |
|
αλουμινόχαρτο aluminum foil, tinfoil ουσ ουδ αλουμινόχαρτο [alumi'noxarto] λεπτό περιτύλιγμα από αλουμίνιο papier d'aluminium Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|