| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.887.927.870 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
αλυσίδα |
0,02 sec. |
|
|
αλυσίδα chain chaîne سِلسة řetěz kæde Kette cadena ketju lanac catena 鎖 사슬 ketting kjede łańcuch corrente, cadeia цепь kedja โซ่ zincir xích 链 верига 鏈 שרשרת
ουσ θ αλυσίδα [ali'siða] 3 διαδοχή όμοιων πραγμάτων chaîneenchaînement αλυσίδα εστιατορίων une chaîne de restaurants 4 συνέχεια toujours αλυσίδα γεγονότων un enchaînement d'événements Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|