| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.755.790 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αλύγιστος |
0,01 sec. |
|
αλύγιστος stiff επίθ α / θ / ουδ αλύγιστος, αλύγιστη, αλύγιστο [a'liʝistos, a'liʝisti, a'liʝisto] 1 που δε λυγίζει inflexibleraide 2 που δεν υποχωρεί inflexible αλύγιστος χαρακτήρας un caractère inflexible Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|