αλύγιστος

Μεταφράσεις

αλύγιστος

(a'liʝistos) αρσενικό

αλύγιστη

(a'liʝisti) θηλυκό

αλύγιστο

stiff (a'liʝisto) ουδέτερο
επίθετο
1. που δε λυγίζει αλύγιστο μπαστούνι
2. μεταφορικά που δεν υποχωρεί αλύγιστος χαρακτήρας
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close