| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.884.336 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αμέσως |
0,02 sec. |
|
αμέσως immediately, right away, straight away, instantly, promptly αμέσως illico, immédiatement, instantanément, rapidement αμέσως okamžitě, promptně αμέσως øjeblikkeligt αμέσως augenblicklich, prompt, unmittelbar αμέσως al instante, inmediatamente, puntualmente αμέσως heti, pikaisesti, välittömästi αμέσως na vrijeme, neposredno, netom αμέσως immediatamente, puntualmente αμέσως 即座に, 早速 αμέσως 즉시 αμέσως onmiddellijk, prompt αμέσως omgående, presis, umiddelbart αμέσως nagle, natychmiast, szybko αμέσως imediatamente, prontamente αμέσως omedelbart, omgående αμέσως โดยทันที, อย่างตรงเวลา, อย่างทันทีทันใด αμέσως lập tức, ngay lập tức, nhanh chóng Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|