αμέτοχος

(προωθήθηκε από αμέτοχη)
Μεταφράσεις

αμέτοχος

(a'metoxos) αρσενικό

αμέτοχη

(a'metoçi) θηλυκό

αμέτοχο

(a'metoxo) ουδέτερο
επίθετο
που δεν παίρνει θέση, δεν ενδιαφέρεται μένω αμέτοχος σε καβγά
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close