Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.723.248.322 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

αμήχανος

0,04 sec.
αμήχανος مُحرَج rozpačitý flov verlegen embarrassed avergonzado nolo gêné kome je neugodno imbarazzato 当惑した 무안한 verlegen flau zakłopotany envergonhado смущенный generad ซึ่งอับอาย utanmış xấu hổ 尴尬的
επίθ α / θ / ουδ αμήχανος, αμήχανη, αμήχανο [a'mixanos, a'mixani, a'mixano]
1 που δε βρίσκει σωστό τρόπο αντίδρασης perplexe
αισθάνομαιμένω αμήχανος se sentir/rester perplexe
αφήνω κπ αμήχανο laisser qqn perplexe
2 αδέξιος maladroit/-oite
αμήχανες κινήσεις des gestes maladroits
αμήχανο ύφος un air perplexe
επίρρ αμήχανα [a'mixana] d'un air perplexemal à l'aise
κοιτάω κπ αμήχανα regarder qqn d'un air perplexe
αισθάνομαι αμήχανα rester perplexe


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.