| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.538.201 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αμίλητος |
0,02 sec. |
|
αμίλητος επίθ α / θ / ουδ αμίλητος, αμίλητη, αμίλητο [a'militos, a'militi, a'milito] που δε μιλάει silencieux/-euse Περίμενε αμίλητη. Elle attendait silencieuse. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|