αμίλητος

Μεταφράσεις

αμίλητος

(a'militos) αρσενικό

αμίλητη

(a'militi) θηλυκό

αμίλητο

(a'milito) ουδέτερο
επίθετο
που δε μιλάει Περίμενε αμίλητη.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close