αμείβω

Μεταφράσεις

αμείβω

reward, remuneraterécompenser (a'mivo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. πληρώνω αμείβω τους υπαλλήλους μου
2. επιβραβεύω αμείβω μια προσπάθεια
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close