| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.887.958.988 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
αμείβω |
0,01 sec. |
|
|
αμείβω reward, remunerate récompenser
ρ μετβ αμείβω [a'mivo] 2 επιβραβεύω récompenser αμείβω μια προσπάθεια récompenser un effort ρ μεσοπαθ αμείβομαι [a'mivome] être payé/-ée Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|