αμείλικτος

(προωθήθηκε από αμείλικτο)
Μεταφράσεις

αμείλικτος

(a'miliktos) αρσενικό

αμείλικτη

(a'milikti) θηλυκό

αμείλικτο

implacable (a'milikto) ουδέτερο
επίθετο
ανελέητος αμείλικτος ανταγωνισμός
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close