αμείωτος

(προωθήθηκε από αμείωτη)
Μεταφράσεις

αμείωτος

(a'miotos) αρσενικό

αμείωτη

(a'mioti) θηλυκό

αμείωτο

(a'mioto) ουδέτερο
επίθετο
που παραμένει έντονος αμείωτο ενδιαφέρον αμείωτος ενθουσιασμός
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close