| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.526.135 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
αμελητέος |
0,01 sec. |
|
αμελητέος negligible επίθ α / θ / ουδ αμελητέος, αμελητέα, αμελητέo [ameli'teos, ameli'tea, ameli'teo] εντελώς ασήμαντος negligeable μία αμελητέα ποσότητα une quantité négligeable |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|