αμερόληπτος

(προωθήθηκε από αμερόληπτο)
Αναζητήσεις σχετικές με αμερόληπτο: μεροληπτικός
Μεταφράσεις

αμερόληπτος

(ame'roliptos) αρσενικό

αμερόληπτη

(ame'rolipti) θηλυκό

αμερόληπτο

impartial, unbiased, detached, disinterested, fair-minded, objective, unprejudiced, uprightغَيْرُ مُتَحَيِّزٍnestrannýupartiskunparteiischimparcialpuolueetonimpartialnepristranimparziale偏らない공평한onpartijdigupartiskbezstronnyimparcialбеспристрастныйobjektivไม่ลำเอียงyansızkhông thiên vị不偏不倚的, 公正безпристрастен公正 (ame'rolipto) ουδέτερο
επίθετο
αντικειμενικός αμερόληπτος διαιτητής
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close