| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.887.963.700 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
αμετάβλητος |
0,01 sec. |
|
|
αμετάβλητος unchanged, immutable غير متغير nezměněný uforandret unverändert inalterado, sin cambios muuttumaton inchangé nepromijenjen invariato 変わっていない 불변의 onveranderd uendret niezmieniony inalterado неизменившийся oförändrad ที่ไม่เปลี่ยนแปลงจากเดิม değişmemiş không thay đổi 无变化的, 不变 不變 ללא שינוי
επίθ α / θ / ουδ αμετάβλητος, αμετάβλητη, αμετάβλητο [ame'tavlitos, ame'tavliti, ame'tavlito] που δεν αλλάζει stationnairestagnant/-ante αμετάβλητο κλίμα un climat invariable Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|