| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.386.232 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αμετάβλητος |
0,01 sec. |
|
αμετάβλητος unchanged, immutable غير متغير nezměněný uforandret unverändert inalterado muuttumaton inchangé nepromijenjen invariato 変わっていない 불변의 onveranderd uendret niezmieniony inalterado неизменившийся oförändrad ที่ไม่เปลี่ยนแปลงจากเดิม değişmemiş không thay đổi 无变化的 επίθ α / θ / ουδ αμετάβλητος, αμετάβλητη, αμετάβλητο [ame'tavlitos, ame'tavliti, ame'tavlito] που δεν αλλάζει stationnairestagnant/-ante αμετάβλητο κλίμα un climat invariable Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|