| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.783.885.686 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αμετανόητος |
0,04 sec. |
|
αμετανόητος unrepentant, obdurate επίθ α / θ / ουδ αμετανόητος, αμετανόητη, αμετανόητο [ameta'noitos, ameta'noiti, ameta'noito] 1 που δε μετανοιώνει για κτ impénitent/-entequi ne se repent pas de qqch αμετανόητος απατεώνας un escroc impénitent Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|