αμετανόητος

(προωθήθηκε από αμετανόητο)
Μεταφράσεις

αμετανόητος

(ameta'noitos) αρσενικό

αμετανόητη

(ameta'noiti) θηλυκό

αμετανόητο

unrepentant, obdurateuforbederligغير نادمimpenitente (ameta'noito) ουδέτερο
επίθετο
1. που δε μετανοιώνει για κτ αμετανόητος απατεώνας
2. που δεν εννοεί να αλλάξει συνήθειες αμετανόητος καπνιστής
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close