αμεταχείριστος

Μεταφράσεις

αμεταχείριστος

(ameta'çiristos) αρσενικό

αμεταχείριστη

(ameta'çiristi) θηλυκό

αμεταχείριστο

(ameta'çiristo) ουδέτερο
επίθετο
που δεν έχει χρησιμοποιηθεί, φορεθεί αμεταχείριστα ρούχα μία αμεταχείριστη μηχανή σε καλή τιμή
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close