| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.829.969 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αμμωνία |
0,02 sec. |
|
αμμωνία ammonia ammoniac аммиак ουσ θ αμμωνία [amo'nia] υγρό που ανακουφίζει μετά από δάγκωμα εντόμων κ.λπ. ammoniaque Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|