αμοιβή

Μεταφράσεις

αμοιβή

récompense, frais, payefee, guerdon, recompense, reward, payأُجْرَة, دَفْعُplat, poplatekbetaling, gebyrGebühr, Lohnhonorarios, paga, pago, preciomaksu, palkkaplaća, pristojbastipendio, tariffa料金, 給料요금, 지급kosten, loonbetaling, gebyropłata, zapłatapagamento, taxaвознаграждение, платаavgift, lönค่าแรง, ค่าธรรมเนียมmaaş, ücretlệ phí, tiền lương薪水, (ami'vi)
ουσιαστικό θηλυκό
1. πληρωμή εισπράττω την αμοιβή μου η αμοιβή ενός γιατρού
2. ικανοποίηση ηθική αμοιβή
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close