| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.296.517 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αμοιβή |
0,01 sec. |
|
αμοιβή récompense, frais, paye fee, guerdon, recompense, reward, pay أجر, دفع plat, poplatek betaling, gebyr Gebühr, Lohn honorarios, paga, pago maksu, palkka plaća, pristojba stipendio, tariffa 料金, 給料 요금, 지급 betaling, kosten betaling, gebyr opłata, zapłata pagamento, taxa вознаграждение, плата avgift, lön การจ่าย, ค่าธรรมเนียม maaş, ücret lệ phí, tiền lương 薪水, 费 ουσ θ αμοιβή [ami'vi] 1 πληρωμή couverture εισπράττω την αμοιβή μου recevoir sa rémunération η αμοιβή ενός γιατρού les honoraires d'un médecin 2 ικανοποίηση couverture ηθική αμοιβή une récompense morale Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|