αμοιβαίος

Μεταφράσεις

αμοιβαίος

(ami'veos) αρσενικό

αμοιβαία

(ami'vea) θηλυκό

αμοιβαίο

mutual, reciprocalmutuel, réciproqueمُتَبَادِلٌvzájemnýgensidiggegenseitigmutuomolemminpuolinenuzajamanreciproco相互の서로의wederzijdsgjensidigwzajemnymútuoвзаимныйömsesidigซึ่งมีส่วนร่วมกันkarşılıklılẫn nhau相互的 (ami'veo) ουδέτερο
επίθετο
που ανταποδίδεται αμοιβαία αισθήματα αμοιβαία φιλία
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close