| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.887.978.787 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
αμοιβαίος |
0,02 sec. |
|
|
αμοιβαίος mutual, reciprocal mutuel, réciproque متبادل vzájemný gensidig gegenseitig mutuo molemminpuolinen uzajaman reciproco 相互の 서로의 wederzijds gjensidig wzajemny mútuo взаимный ömsesidig ซึ่งมีส่วนร่วมกัน karşılıklı lẫn nhau 相互的
επίθ α / θ / ουδ αμοιβαίος, αμοιβαία, αμοιβαίο [ami'veos, ami'vea, ami'veo] που ανταποδίδεται mutuel/-elleréciproque αμοιβαία αισθήματα des sentiments mutuels αμοιβαία φιλία une amitié réciproque Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|