αμυδρά

Μεταφράσεις

αμυδρά

dimly, faintly, vaguelyfaiblement (ami'ðra)
επίρρημα
1. όχι καθαρά ξεχωρίζω κτ αμυδρά στο σκοτάδι
2. χωρίς σαφήνεια Θυμάμαι αμυδρά.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close