| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.324.103 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αμυδρός |
0,02 sec. |
|
αμυδρός dim, faint, indistinct, vague affaibli, confus, faible, flou, indistinct επίθ α / θ / ουδ αμυδρός, αμυδρή, αμυδρό [ami'ðros, ami'ðri, ami'ðro] 1 ασαφής flou, floue αμυδρή εντύπωση une impression vague Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|