| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.887.994.598 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
αμφίβολος |
0,02 sec. |
|
|
αμφίβολος doubtful, uncertain مشكوك فيه nepravděpodobný tvivlsom zweifelhaft dubitativo kyseenalainen douteux sumnjičav dubbioso 疑わしい 의심스러운 twijfelachtig tvilsom wątpliwy duvidoso сомневающийся tveksam ที่เป็นที่สงสัย kuşkulu nghi ngờ 疑惑的
επίθ α / θ / ουδ αμφίβολος, αμφίβολη, αμφίβoλο [am'fivolos, am'fivoli, am'fivolo] για τον οποίο αμφιβάλουμε incertain/-ainedouteux/-euse αμφίβολη εξέλιξη une évolution incertaine Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|