| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.909.822 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
αμφιβάλλω |
0,02 sec. |
|
αμφιβάλλω doubt, question douter, questionner сомневаться, задавать вопрос يَستَََجوب vyslýchat sætte spørgsmålstegn ved befragen preguntar asettaa kyseenalaiseksi dovesti u pitanje interrogare 質問する 질문하다 betwijfelen spørre zadać pytania questionar ifrågasätta ไต่ถาม sormak hỏi 询问 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|