αμφιλεγόμενος

(προωθήθηκε από αμφιλεγόμενη)
Μεταφράσεις

αμφιλεγόμενος

(amfile'ɣomenos) αρσενικό

αμφιλεγόμενη

(amfile'ɣomeni) θηλυκό

αμφιλεγόμενο

controversial, argumentativeجَدَلِيّkontroverzníkontroversielumstrittenpolémicokiistanalainenpolémiqueprijeporancontroverso論争の논쟁의controversieelkontroversiellkontrowersyjnycontroversoспорныйkontroversiellซึ่งก่อให้เกิดการโต้แย้งtartışmalıgây tranh cãi有争议的 (amfile'ɣomeno) ουδέτερο
επίθετο
1. που μπορεί να εξηγηθεί με διαφορετικούς τρόπους αμφιλεγόμενη απάντηση
2. που δύσκολα μπορούμε να χαρακτηρίσουμε ένα αμφιλεγόμενο πρόσωπο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close