| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.888.005.915 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
αμφιλεγόμενος |
0,02 sec. |
|
|
αμφιλεγόμενος argumentative, controversial جَدَلي kontroverzní kontroversiel umstritten polémico kiistanalainen polémique prijeporan controverso 論争の 논쟁의 controversieel kontroversiell kontrowersyjny controverso спорный kontroversiell ซึ่งก่อให้เกิดการโต้แย้ง tartışmalı gây tranh cãi 有争议的
Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|