αμόκ

Μεταφράσεις

αμόκ

amokamok (a'mok)
ουσιαστικό ουδέτερο άκλητο (ουσιαστικό – επίθετο)
κρίση μανίας παθαίνω αμόκ
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close