ανάβω

Μεταφράσεις

ανάβω

(a'navo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. προκαλώ φλόγα, φωτιά ανάβω τσιγάρο ανάβω φωτιά ανάβω το τζάκι
2. θέτω μηχανισμό σε λειτουργία ανάβω την τηλεόρασητο ραδιόφωνοτο φούρνο ανάβω το φως

ανάβω

light, turn on, kindle, switch onallumeraccendereيُشْعِلُ, يُشْغِلُzapnouttændeaufdrehen, einschaltenencenderkytkeä päälleuključitiつける켜다aanzetten, inschakelenslå påwłączyćligarвключатьsätta påเปิด, เปิดไฟ, เปิดสวิตช์açmakbật开启, 开电源
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. Το φως άναψε.
2. παίρνω φωτιά Το κερί άναψε.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close