| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.888.023.126 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
ανάγκη |
0,01 sec. |
|
|
ανάγκη necessity, need, want حاجة potřeba behov Bedürfnis necesidad tarve besoin potreba esigenza 必要 필요 behoefte behov potrzeba necessidade нужда behov ความต้องการ ihtiyaç sự cần thiết 需求, 需要 需要 צריך
ουσ θ ανάγκη [a'naŋɟi] 1 υποχρέωση devoir είναι ανάγκη να il est nécessaire de 3 κτ που χρειάζομαι besoin έχω ανάγκη από χρήματα avoir besoin d'argent στην ανάγκη αν δε γίνεται αλλιώς en cas de/au besoin Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|