Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
3.888.023.126 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum Join the Word of the Day Mailing List For webmasters
?
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνικά
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

ανάγκη

0,01 sec.
ανάγκη necessity, need, want حاجة potřeba behov Bedürfnis necesidad tarve besoin potreba esigenza 必要 필요 behoefte behov potrzeba necessidade нужда behov ความต้องการ ihtiyaç sự cần thiết 需求, 需要 需要 צריך
ουσ θ ανάγκη [a'naŋɟi]
1 υποχρέωση devoir
είναι ανάγκη να il est nécessaire de
2 για κτ που είναι επείγον besoinurgence
κατάσταση έκτακτης ανάγκης un état de nécessité/d'urgence
3 κτ που χρειάζομαι besoin
έχω ανάγκη από χρήματα avoir besoin d'argent
Σε έχω ανάγκη. J'ai besoin de toi.
Δεν ήταν ανάγκη!
ευγενική προσφώνηση §§§§Ce n'était pas nécessaire !Il ne fallait pas !
στην ανάγκη
αν δε γίνεται αλλιώς en cas de/au besoin


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Όροι χρήσης | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Διαφημιστείτε μαζί μας | Copyright © 2012 Farlex, Inc.
Αποποίηση ευθυνών
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία.