| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.687.904 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ανάγκη |
0,02 sec. |
|
ανάγκη necessity, need, want حاجة potřeba behov Bedürfnis necesidad tarve besoin potreba esigenza 必要 필요 behoefte behov potrzeba necessidade нужда behov ความต้องการ ihtiyaç sự cần thiết 需求 ουσ θ ανάγκη [a'naŋɟi] 1 υποχρέωση devoir είναι ανάγκη να il est nécessaire de 3 κτ που χρειάζομαι besoin έχω ανάγκη από χρήματα avoir besoin d'argent στην ανάγκη αν δε γίνεται αλλιώς en cas de/au besoin Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|