ανάγλυφος

(προωθήθηκε από ανάγλυφη)
Μεταφράσεις

ανάγλυφος

(a'naɣlifos) αρσενικό

ανάγλυφη

(a'naɣlifi) θηλυκό

ανάγλυφο

relief (a'naɣlifο) ουδέτερο
επίθετο
επιφάνεια που έχει σκαλιστεί ανάγλυφοι πίνακες
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close