ανάδειξη

Μεταφράσεις

ανάδειξη

advancement, elevation, promotion (a'naðiksi)
ουσιαστικό θηλυκό
1. εκλογή ανάδειξη διαδόχου
2. προβολή ανάδειξη της ομορφιάς κάποιου ανάδειξη ενός μνημείου
3. εξέλιξη, διάκριση η ανάδειξη ενός ηθοποιού σε πρωταγωνιστή
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close