ανάλαφρος

Μεταφράσεις

ανάλαφρος

(a'nalafros) αρσενικό

ανάλαφρη

(a'nalafri) θηλυκό

ανάλαφρο

(a'nalafro) ουδέτερο
επίθετο
απαλός, αέρινος νιώθω ανάλαφρος ανάλαφρο περπάτημα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close