ανάλογος

(προωθήθηκε από ανάλογη)
Μεταφράσεις

ανάλογος

(a'naloɣos) αρσενικό

ανάλογη

(a'naloʝι) θηλυκό

ανάλογο

analogous, proportionate (a'naloɣο) ουδέτερο
επίθετο
1. αντίστοιχος με έξοδα ανάλογα με έσοδα ανάλογα ποσά με
2. κατάλληλος παίρνω τα ανάλογα μέτρα
3. παρόμοιος βρίσκομαι σε ανάλογη θέση
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close