| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.353.756 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ανάξιος |
0,02 sec. |
|
ανάξιος incapable, unworthy επίθ α / θ / ουδ ανάξιος, ανάξια, ανάξιο [a'naksios, a'naksia, a'naksio] 1 που δεν είναι ικανός indigneincapable Eίναι ανάξιος για δουλειά. Il est incapable de travailler. 2 που δεν παρουσιάζει ενδιαφέρον ανάξιος λόγου για κτ που δεν έχει ιδιαίτερη σημασία insignifiant/-iantesans importance προβλήματα ανάξια λόγου des problèmes insignifiants Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|