ανάξιος

Μεταφράσεις

ανάξιος

(a'naksios) αρσενικό

ανάξια

(a'naksia) θηλυκό

ανάξιο

unworthy, incapable (a'naksio) ουδέτερο
επίθετο
1. που δεν είναι ικανός ανάξια μητέρα Eίναι ανάξιος για δουλειά.
2. που δεν παρουσιάζει ενδιαφέρον
για κτ που δεν έχει ιδιαίτερη σημασία προβλήματα ανάξια λόγου
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close