ανάπηρος

Μεταφράσεις

ανάπηρος

(a'napiros) αρσενικό

ανάπηρη

(a'napiri) θηλυκό

ανάπηρο

(a'napiro) ουδέτερο
επίθετο
που έχει κπ αναπηρία μένω ανάπηρος

ανάπηρος

αρσενικό

ανάπηρη

infirme, handicapé, maladehandicapped, invalid, cripple, disabledعاجِز, مَرِيضٌ, مُعَاقinvalida, postiženýhandicappet, invalidbehindert, Invalidediscapacitado, inválido, minusválidoinvalidi, vammainenhendikepiran, invaliddisabile, invalido病人, 身体障害のある, 障害のある병약자, 장애가 있는gehandicapt, invalidefunksjonshemmet, handikappet, invalidinwalida, niepełnosprawny, upośledzonydeficiente, inválidoинвалид, недееспособный, неполноценныйfunktionshindrad, invalidคนเจ็บ, พิการözürlü, sakatngười bệnh tật, tàn tật残疾的, 残障的, 病人 θηλυκό
ουσιαστικό
ανάπηρος πολέμου
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close