| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.962.473 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ανάπτυξη |
0,01 sec. |
|
ανάπτυξη croissance, development, growth تطور, نمو růst, vývoj udvikling, vækst Entwicklung, Wachstum crecimiento, desarrollo kasvu, kehitys croissance, développement rast, razvoj crescita, sviluppo 成長, 発展 개발, 성장 groei, ontwikkeling utvikling, vekst rozwój, wzrost crescimento, desenvolvimento развитие, рост tillväxt, utveckling การพัฒนา, ความเติบโต büyüme, gelişme sự phát triển, sự tăng trưởng 发展, 生长 ουσ θ ανάπτυξη [a'naptiksi] 1 πρόοδος progrès; réussite οικονομική ανάπτυξη le développement économique 2 μεγάλωμα agrandissement η ανάπτυξη του παιδιού la croissance de l'enfant 3 δημιουργία développement η ανάπτυξη του οδικού δικτύου le développement du réseau routier Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|