ανάρμοστος

(προωθήθηκε από ανάρμοστο)
Μεταφράσεις

ανάρμοστος

(a'narmostos) αρσενικό

ανάρμοστη

(a'narmosti) θηλυκό

ανάρμοστο

inappropriate, improper, unsuitableغَيْرُ مُنَاسِبnevhodnýupassendeunpassendcontraindicadosopimatoninappropriénepodesaninadatto不適切な부적당한ongeschiktupassendeniestosownyinadequadoнеподходящийolämpligซึ่งไม่เหมาะสมuygun olmayankhông phù hợp不合适的 (a'narmosto) ουδέτερο
επίθετο
αταίριαστος, απρεπής ανάρμοστα ρούχα ανάρμοστη συμπεριφορά ανάρμοστη σχέση
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close