| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.854.526 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ανάρμοστος |
0,02 sec. |
|
ανάρμοστος inappropriate, improper, unsuitable غير مناسب nevhodný upassende unpassend contraindicado sopimaton inapproprié nepodesan inadatto 不適切な 부적당한 ongeschikt upassende niestosowny inadequado неподходящий olämplig ซึ่งไม่เหมาะสม uygun olmayan không phù hợp 不合适的 επίθ α / θ / ουδ ανάρμοστος, ανάρμοστη, ανάρμοστο [a'narmostos, a'narmosti, a'narmosto] αταίριαστος, απρεπής inconvenant/-antedéplacé/-ée ανάρμοστα ρούχα des vêtements inconvenants ανάρμοστη συμπεριφορά un comportement déplacé Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|