ανάρπαστος

Μεταφράσεις

ανάρπαστος

(a'narpastos) αρσενικό

ανάρπαστη

(a'narpasti) θηλυκό

ανάρπαστο

(a'narpasto) ουδέτερο
επίθετο
που έχει μεγάλη ζήτηση Τα βιβλία του γίνονται ανάρπαστα.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close