| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.126.882 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ανάρρωση |
0,02 sec. |
|
ανάρρωση convalescence, recovery شِفاء uzdravení restitution Genesung recuperación toipuminen récupération oporavak recupero 回復 회복 herstel bedring odzyskiwanie recuperação восстановление återhämtning ฟื้นจากการเจ็บป่วย iyileşme sự hồi phục 恢复 ουσ θ ανάρρωση [a'narosi] βελτίωση της υγείας convalescence; rétablissement είμαι σε ανάρρωση être en convalescence Eύχομαι γρήγορη ανάρρωση. Je vous/£££te souhaite un prompt rétablissement. Καλή ανάρρωση! ευχή Bonne chance ! Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|