| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.338.033 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ανάσα |
0,02 sec. |
|
ανάσα breath نَفَس dech ånde Atem aliento hengitys haleine dah respiro 息 숨 adem pust oddech respiração дыхание andetag ลมหายใจ nefes hơi thở 呼吸 ουσ θ ανάσα [a'nasa] 1 εισπνοή gorgée Πήρα μια βαθιά ανάσα. J'ai inspiré profondément. 2 αναπνοή souffle Βρωμάει η ανάσα του. Il a une mauvaise haleine. παίρνω μια ανάσα ξεκουράζομαι λιγάκι souffler/reprendre haleine Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|