| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.179.349 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ανάσκελα |
0,03 sec. |
|
ανάσκελα back, face up, supine sur le dos επίρρ ανάσκελα [a'nascela] με την πλάτη στο έδαφος sur le dosà la renverse ξαπλώνω ανάσκελα s'allonger sur le dos πέφτω ανάσκελα tomber à la renverse Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|