| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.067.904 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
ανάστατος |
0,06 sec. |
|
ανάστατος επίθ α / θ / ουδ ανάστατος, ανάστατη, ανάστατο [a'nastatos, a'nastati, a'nastato] 1 ταραγμένος bouleversé/-éetracassé/-ée Eίναι ανάστατος από τα νέα. Il est bouleversé par les nouvelles. 2 ακατάστατος sens dessus dessous ένα ανάστατο δωμάτιο une chambre sens dessus dessous Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|